Το μικρό αυτό μαγαζί φτιάχνει burgers εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο και απ’ όσα είδα το βράδυ της επίσκεψής μου, φαίνεται πως έχει βρει για τα καλά τη θέση του μέσα στη γειτονιά. Στο εσωτερικό, ένας περίτεχνος ξύλινος πάγκος φιλοξενεί όσους θέλουν να φάνε εντός, ενώ δυο-τρία τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο συμπληρώνουν τις θέσεις. Εγώ προτίμησα το μέσα, μιας και η αμεσότητα από την παρασκευή στην κατανάλωση είναι πολύ του γούστου μου μαζί με την διακριτική αμερικάνικη αισθητική, παρότι σχεδόν τα πάντα μιλούν ελληνικά, από την επιγραφή μέχρι τα ονόματα των burgers.
Το προφανές είναι βλέποντας το ΜΠΕΑΡ να σκεφτεί κανείς τη γνωστή τηλεοπτική σειρά αλλά ο Ισίδωρος Μακρυωνίτης μου είπε ότι «Αρκούδα» ήταν το παρατσούκλι του από μικρός και από εκεί προέκυψε το όνομα. Αυτός είναι και ο μάγειρας της παρέας, την οποία συμπληρώνουν ο Γιώργος Γαλανάκης, ο Τάσος Βελλής και ο Χρήστος Μπρεγκάσι. Και οι τέσσερις έχουν παρελθόν στο street food μιας και είχαν συνεργαστεί σε κουζίνες πριν αποφασίσουν να στήσουν το δικό τους μαγαζί.

Στα burgers η κοινή βάση είναι το smash μπιφτέκι από 100% μοσχαρίσιο κιμά ελληνικής προέλευσης. Τα παιδιά μιλούν με περηφάνια για τη βασική πρώτη ύλη τους και αφού δοκίμασα κατάλαβα γιατί επιμένουν σ’ αυτό. Όσα burgers ήρθαν μπροστά μου (και δεν ήταν λίγα) είχαν ξεκάθαρες γεύσεις και συνδυασμούς που μπορεί κάποιος να αντιληφθεί σε κάθε μπουκιά. Επιτέλους burgers που δεν χρειάζεται να μαντέψω τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο στόμα μου.
Ο Ισίδωρος επιμένει στο iceberg και στην ντομάτα στις περισσότερες παρασκευές, επειδή έτσι του αρέσει να τρώει ο ίδιος το burger του. «Προσθέτουν φρεσκάδα όπως και να το κάνεις ανάμεσα στα μπιφτέκια και τις σος», μου λέει. Τα ονόματα του καταλόγου έχουν χιούμορ αλλά και νόημα. «Άχαστο», «Τσιλλυμπόι», «Μπέαρ γουίθ μι» και «Μπακούρι», ενώ υπάρχει και το «Κοτομπάκουρο», καθώς και ένα με μανιτάρι portobello για όσους δεν τρώνε κρέας. Το παιχνίδι με τις λέξεις πάει γάντι με την αμεσότητα του μαγαζιού και τις μη εξεζητημένες συνταγές.
Αυτό που μ’ ενθουσίασε κυριολεκτικά ήταν οι σος, οι οποίες παρασκευάζονται εδώ. Νομίζω ότι δοκίμασα σχεδόν όλες και πολύ δύσκολα θα έκανα κάποια στην άκρη, με τη signature και την τσίλι με τα jalapenos να ξεχωρίζουν για μένα. Είχαν τόση νοστιμιά που ήθελα να τις δοκιμάζω και μόνες τους, πριν επανέλθω στις βούτες με τις τραγανές τηγανητές πατάτες. Δεν θα ντραπώ να πω ότι φεύγοντας πήρα και μερικά κουτάκια για το σπίτι.

Από τα ηχεία της «Αρκούδας» ακούγεται Disco και αρκετά κομμάτια από τη δεκαετία του 80, δίνοντας μπόλικη ενέργεια στον χώρο. Συζητώντας με τα παιδιά, κατάλαβα ότι ασχολούνται προσωπικά με τις επιλογές δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη συνολική εμπειρία του πελάτη στο μαγαζί, γεγονός που φαίνεται και από το μοδάτο merchandise που είναι κρεμασμένο στους τοίχους. Μικρές λεπτομέρειες που προσθέτουν προσωπικότητα, ειδικά σ’ ένα μέρος που η επαφή με τους ανθρώπους πίσω από τον πάγκο είναι τόσο άμεση.
Στην ίδια λογική εντάσσονται και τα cocktails on tap, που είναι διαθέσιμα καθημερινά. Ο επισκέπτης μπορεί μαζί με το burger του να πάρει ένα cocktail και να μείνει έξω με την παρέα του, χωρίς η έξοδος να μοιάζει με μαθηματική εξίσωση με μεγάλο λογαριασμό. Το πεζοδρόμιο είναι μέρος της εμπειρίας όπως άλλωστε έχουν συνηθίσει οι δημοφιλείς γειτονιές του Παγκρατίου τα τελευταία χρόνια.
Όση ώρα έμεινα, οι παραγγελίες έφευγαν η μία μετά την άλλη. Η φιλοδοξία της ομάδας να γίνει το ΜΠΕΑΡ αγαπημένο σημείο του Παγκρατίου φαίνεται πως βρίσκει ανταπόκριση. Τα burgers ξέρουν ακριβώς για πιο λόγο παρασκευάζονται, οι τιμές είναι καλές και το μαγαζί έχει τον δικό του χαρακτήρα για να ξεχωρίσει.
Κάπου στο τέλος του μενού γράφει: «Φρέσκος κιμάς κάθε μέρα. Το μπιφτέκι δικό μας. Οι σος δικές μας. Οι πίκλες δικές μας. Λίγα πράγματα, καλά πράγματα». Συνήθως τέτοιες δηλώσεις τις διαβάζω με μεγάλη επιφύλαξη. Στο ΜΠΕΑΡ, μετά το φαγητό και λίγο πριν πάρω τις σος μου για το σπίτι, δεν είχα κάτι άλλο να προσθέσω.
Info: Ευφράνορος 8, Παγκράτι, τηλ: 210 7519463
Φωτογραφίες: Σάββας Στανής

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση