Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι χωρίς να ξέρεις τι να περιμένεις;

24 Μαΐου 2026
Σάββας Στανής
Ο Σάββας Στανής γράφει για την -χαμένη;- αξία του ρίσκου στην μουσική και τη γαστρονομία ...και την απόλαυση που μπορεί να κρύβει.
  • ΠΟΤΕ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΤΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ; | Θέματα

Πριν μερικά χρόνια, όχι τόσα πολλά, αγόραζες ένα μουσικό album χωρίς να ξέρεις σχεδόν τίποτα γι’ αυτό. Μπορεί να είχες διαβάσει μια κριτική σ’ ένα περιοδικό, να είχες δει ένα video clip στο MTV ή ακόμα και να είχες εντυπωσιαστεί από ένα εξώφυλλο στο ράφι ενός δισκοπωλείου. Και όμως αυτό ήταν αρκετό για να δώσεις τα χρήματά σου και να πάρεις ταυτόχρονα όλο το ρίσκο που κουβαλούσε η απόφασή σου. Το εντυπωσιακό είναι πως μεγάλο μέρος της σχέσης μας με τη μουσική χτίστηκε ακριβώς πάνω σε αυτό το ρίσκο.

Η εποχή που η ανακάλυψη έκρυβε μπόλικη αβεβαιότητα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Χωρίς να θέλω να ακουστώ παρελθοντολάγνος, λίγο παλιότερα μπορούσες να ακούσεις ένα μουσικό album και να το λατρέψεις από το πρώτο λεπτό αλλά υπήρχε και η πιθανότητα να το μισήσεις, να απογοητευτείς, να νιώσεις ότι πέταξες τα λεφτά σου ή ακόμα να επιστρέψεις μήνες μετά σ’ αυτό για να ανακαλύψεις πως τελικά κάτι έκρυβε που στην αρχή δεν είχες παρατηρήσει. 

Προφανώς αυτό δε συνέβαινε επειδή υπήρχαν πιο «ψαγμένοι» ακροατές. Συνέβαινε μάλλον γιατί η όλη διαδικασία απαιτούσε τη συμμετοχή σου. Έπρεπε να ζήσεις με έναν δίσκο, να του δώσεις χρόνο, να ανεχτείς τα αδύναμα σημεία του επειδή πολύ απλά είχες επενδύσει σ’ αυτόν οικονομικά και συναισθηματικά.

Σήμερα η σχέση μας με τη μουσική λειτουργεί σχεδόν αντίστροφα. Πριν ακούσουμε το οτιδήποτε έχουμε δει ήδη βαθμολογίες, reaction videos, αποσπάσματα στο youtube και το tiktok ενώ ο αλγόριθμος του spotify μας προτείνει μουσική με βάση με όσα ξέρει ότι μας αρέσουν. Και ναι, θεωρητικά αυτό είναι ιδανικό. Σ’ ένα κόσμο που τρέχει με απίστευτους ρυθμούς, ποιος έχει τον χρόνο για εμπειρίες που δεν είναι άμεσες, γρήγορες και κρύβουν μεγάλο ρίσκο; Δυστυχώς για μένα όμως, μέσα απ’ όλη αυτή διαδικασία χάθηκε κάτι πολύ σημαντικό. Η πιθανότητα της έκπληξης.

Πόσο πιθανό είναι να ακούσεις κάτι σήμερα απροετοίμαστος; Η κουλτούρα της ανακάλυψης έχει αντικατασταθεί σταδιακά από την κουλτούρα του «recommendation». Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τη μουσική αλλά κάθε πολιτισμική εμπειρία, από τον κινηματογράφο και τα ταξίδια μέχρι και τον τρόπο που τρώμε, πίνουμε και επιλέγουμε εστιατόρια.

Η γαστρονομία ίσως είναι το δεύτερο καλύτερο παράδειγμα μετά τη μουσική. Και όμως, πριν μερικά χρόνια υπήρχε η πιθανότητα να βρεθείς σε μια μικρή πόλη, χωρίς κανένα γνωστό και να μπεις τυχαία σ’ ένα μαγαζί για φαγητό χωρίς να έχεις διαβάσει reviews ούτε να ξέρεις το signature πιάτο. Προφανώς και υπήρχε η πιθανότητα να φας άσχημα. Προφανώς και τότε ο λογαριασμός θα ήταν πολύ μικρότερος για να αξίζει το ρίσκο αλλά υπήρχε η πιθανότητα να ανακαλύψεις κάτι που θα θυμόσουν για χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι το φαγητό θα ήταν άρτιο.

Άλλωστε λίγο πολύ όλοι έχουμε εστιατόρια που επιστρέφουμε ξανά και ξανά χωρίς να θεωρούμε ότι έχουν το καλύτερο φαγητό του κόσμου. Έτσι δεν είναι;

Πλέον παρατηρώ τον εαυτό μου να βιώνει την εμπειρία ενός εστιατορίου πολύ πριν καθίσω στο τραπέζι. Έχω δει τα πιάτα του μενού στο instagram, ξέρω ήδη από ποια γωνία θα τα φωτογραφίσω, ξέρω τι θα παραγγείλω, και γενικά είμαι προστατευμένος από κάθε λάθος επιλογή που μπορεί να έκανα. Όλο το σύγχρονο γαστρονομικό περιβάλλον είναι δομημένο έτσι, ώστε να προσβλέπει στην βελτιστοποίηση της μελλοντικής εμπειρίας, ευνουχίζοντας κάθε πιθανότητα ανακάλυψης. Σε γενικές γραμμές είναι η εποχή που λίγοι θα σου πουν «δοκίμασέ το» και πολλοί περισσότεροι «να παραγγείλεις αυτό». Και θα πει εύλογα κάποιος, γιατί να μη κυνηγήσουμε τη σιγουριά ότι θα περάσουμε καλά;

Αυτή η σιγουριά είναι ίσως μια από τις αιτίες που τόσοι χώροι μοιάζουν μεταξύ τους, μενού έχουν τα ίδια πιάτα και όλα είναι σχεδιασμένα περισσότερο για να επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες μας παρά για να δημιουργήσουν νέες. Γελάω πολλές φορές βλέποντας viral videos που έχoυν εκατομμύρια προβολές και σου αποκαλύπτουν «hidden gems» μπαρ και εστιατορίων. Αλήθεια, πως οι λέξεις viral και hidden μπορούν και μπαίνουν στην ίδια πρόταση;

Το διαδίκτυο έλυσε ένα πραγματικό πρόβλημα. Μείωσε τις κακές επιλογές, έκανε την πληροφορία εύκολα προσβάσιμη και έδωσε φωνή σε μαγαζιά που πραγματικά αξίζουν και που παλιότερα δεν θα ανακάλυπτε κανείς. Ταυτόχρονα όμως, αφαίρεσε τη μικρή δυσκολία που πολλές φορές δημιουργούσε την προσωπική σχέση μας με μια εμπειρία. Δε νομίζω να αμφιβάλει κάποιος ότι οι πιο έντονες πολιτισμικές και μη αναμνήσεις δεν γεννιούνται από το σωστό αλλά από το απρόβλεπτο, έτσι δεν είναι; Πόσο περίεργο μου φαίνεται πλέον πως το να μπει κάποιος σ’ ένα μπαρ για να προστατευτεί από τη βροχή είναι σκηνή μόνο από ταινία μιας και η πραγματικότητα απαιτεί να τσεκάρεις πρώτα τα google reviews ακόμα και αν γίνεις μούσκεμα.


Το παράδοξο είναι ότι σήμερα ζούμε στην εποχή των περισσότερων διαθέσιμων επιλογών στην ιστορία και ταυτόχρονα στην εποχή των πιο προβλέψιμων εμπειριών. Τα ραδιόφωνα έχουν τις ίδιες play lists, πηγαίνουμε όλοι στα ίδια «μυστικά» spots, βλέπουμε τις ίδιες σειρές ξανά και ξανά κάνοντας την έκπληξη πλέον να μοιάζει κάτι σπάνιο. Η αισθητική μας διαμορφώνεται όλο και λιγότερο από προσωπικές ανακαλύψεις και όλο περισσότερο από recommendations.

Κατά καιρούς, εστιατόρια όπως το Sukiyabashi Jiro του Jiro Ono, το Momofuku Ko του David Chang, το τριάστερο Waterside Inn, το βερολινέζικο Nobelhart & Schmutzing είχαν πολιτική πλήρης απαγόρευσης φωτογραφιών και βίντεο μέσα στη σάλα ενώ το ίδιο ανακοίνωσε ότι θα κάνει ο Gaggan Anand στο ανακαινισμένο εστιατόριο του που ανοίγει σύντομα τις πόρτες του. Μάλιστα η ανακοίνωση του έλεγε ότι θέλουμε ανθρώπους που αγαπάνε πραγματικά το φαγητό και όχι influencers που αναζητάνε προβολές. 

Για να μη παρεξηγούμαστε όμως, την πρώτη μου κριτική για μουσικό album την έγραψα σχεδόν πριν 25 χρόνια και τώρα γράφω σε έναν γαστρονομικό οδηγό που αξιολογεί εστιατόρια. Πάντα υπήρχαν κριτικές και πάντα υπήρχαν οδηγοί, δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το αντίθετο μάλιστα. Σε κριτικές οφείλω τα καλύτερα album που έχω στη δισκοθήκη μου όπως επίσης και μερικές από τις καλύτερες εστιατορικές εμπειρίες της ζωής μου. Το πρόβλημα είναι ότι κάπου στην πορεία σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε τις κριτικές ως εφαλτήριο ανακάλυψης και αρχίσαμε να τις χρησιμοποιούμε ως υποκατάστατο της εμπειρίας.

Εγώ τουλάχιστον έχω αρχίσει να ψάχνω ξανά εκείνη την αίσθηση, όχι πάντα, όχι παντού, αλλά αρκετά συχνά ώστε να θυμάμαι γιατί άρχισα να γράφω για φαγητό και μουσική από την αρχή. Ο αλγόριθμος θα σου προτείνει τις ίδιες καλές ιστορίες. Εσύ απλά μπορείς να έχεις και καινούριες.

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση