Ήρθε ο καιρός που μαζεύουν τα τσιτσίραβλα και όσοι έχετε βρεθεί στο Πήλιο ή σταθήκατε για ένα (;) τσίπουρο στα τσιπουράδικα του Βόλου, είναι πολύ πιθανό να έχετε δοκιμάσει ως μεζέ σε κάποια γύρα του τσίπουρου, τσιτσίραβλα τουρσί. Κάποιες φορές, τα τσιτσίραβλά πάνε μαζί με εκείνα, τα σπειροειδώς τυλιγμένα ακροβλάσταρα της φτέρης - τα fiddleheads, όπως τα λένε στα αγγλικά – αλλά για αυτά ίσως μιλήσουμε κάποια άλλη φορά.
Και αναρωτηθήκατε γιατί τα συνδέω η απάντηση μου, αναγκαστικά θα σας μεταφέρει πίσω, σε πολύ παλιές εποχές, πολύ πριν ο όρος χρησιμοποιηθεί ο «τροφοσυλλέκτης» για να προσδιορίσει τους προϊστορικούς μας προγόνους που αναζητούσαν την τροφή τους απευθείας στη φύση και σήμερα, κατ’ επέκταση, κάποιους «εναλλακτικούς» της εποχής μας που εκδράμουν στη φύση και μαζεύουν χόρτα.
Παλιότερα, λοιπόν, σε εποχές που οι μεταφορές των προϊόντων ήταν δύσκολες και υπήρχαν αγροτικοί πληθυσμοί που διαβίωναν σε συνθήκες ανέχειας ή φτώχειας, η τροφοσυλλογή ήταν η λύση. Μάζευαν κάθε είδους φυτά της χλωρίδας του τόπου τους, πειραματίζονταν με αυτά και έτσι ανέπτυξαν μια σειρά από συνταγές για τη διατήρησή και την κατανάλωσή τους.
Τα τσιτσίραβλα ή και τζιτζίραφα, λοιπόν, είναι τα εδώδιμα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί (του αρσενικού φυτού) της αγριοφιστικιάς, της τερεβίνθου ή επιστημονικά της Πιστακίας η τερέβινθος (Pistacia terebinthus), ενός θάμνου ή και μικρού δέντρου, γνωστού με τις λαϊκές ονομασίες «κοκορεβιθιά» ή «τσικουδιά». Συλλέγονται από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τα τέλη Απριλίου, προτού ανοίξουν πλήρως τα μικρά βλαστάρια, όσο ακόμα είναι τρυφερά και γίνονται τουρσί. Τα ζεματάνε, για λίγο και όταν αλλάξει το χρώμα τους και γίνει λαδί, τα βάζουν σε ένα βάζο με αλατόνερο και ξίδι. Κάποιοι τους προσθέτουν και σκόρδο ή μαραθόσπορο. Στο τέλος προσθέτουν σκεπάζουν το βάζο με ελαιόλαδο. Έτσι μπορούν και τα διατηρούν, για ένα περίπου χρόνο.
Στην περιοχή της Μαγνησίας (Βόλο, Πήλιο και Βόρειες Σποράδες) είναι καθιερωμένος μεζές για το τσίπουρο. Βέβαια, τα τσιτσίραβλα δεν συνηθίζονται μόνο στη Μαγνησία, είναι επίσης γνωστά στη Μεσσηνιακή Μάνη και σε διάφορα άλλα μέρη της Πελοποννήσου ως «κοκορέβιθα» και οι πιστακιές που τα παράγουν ονομάζονται αντίστοιχα «κοκορεβιθιές». Όμως επειδή αναφερθήκαμε στην πιστακία, καλό είναι να διαχωρίσουμε την κοκορεβιθιά από τους με συγγενείς της θάμνους, της οικογένειας των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae), τον γνωστό μας σχίνο ή Πιστακία η λεντίσκος (Pistacia lentiscus) ή τη φιστικά, Πιστακία η γνησία, (Pistacia vera), που μας είναι γνωστή ως φιστικιά της Αίγινας.
Που θα τα βρείτε και πως θα τα χρησιμοποιήσετε:
Εκτός από τον τόπο παραγωγής τους τα τσιτσίραυλα πωλούνται σε βαζάκια, συνήθως των 250 -350 γρ., αλλά και των 500 γρ. Θα τα βρείτε στο Βόλο, π. χ. στα οπωρο-παντοπωλεία της οδού Δημητριάδος και στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε επιλεγμένα καταστήματα deli, ελληνικών προϊόντων ή στο διαδίκτυο.
Τα τσιτσίραβλα είναι ένα εξαιρετικό συνοδευτικό για τσίπουρο ή ούζο, αλλά μπορείτε να τα προσθέσετε σε διάφορες σαλάτες – ταιριάζουν πολύ με τη ντοματοσαλάτα, αλλά και την πατατοσαλάτα, ιδίως αν τη συνοδεύετε με παστά ψάρια ή θαλασσινά.