Ράντικαλ: Σε μια Αθήνα γεμάτη γαστροταβέρνες, το underground βρήκε τη θέση του σ’ ένα μπιστρό

23 Μαΐου 2026
Ράντικαλ Κυψέλη μπιστρό Χρήστος Τσακίρης
Μιλώντας με μουσικούς ή και καλλιτεχνικούς όρους, η λέξη undergrοund δεν αφορούσε ποτέ το αισθητικό αποτέλεσμα αλλά μια ολόκληρη νοοτροπία δημιουργίας. Είναι η ιδέα ότι κάποιος φτιάχνει κάτι πρώτα για τον εαυτό του και τους γύρω του που θα το αγαπήσουν, και μετά για την “αγορά” που θα προσπαθήσει να το καταναλώσει. Και μέσα σε μια Αθήνα γεμάτη πλέον γαστροταβέρνες, το Ράντικαλ μοιάζει να κουβαλά αυτή ακριβώς τη λογική.

Θα είμαι ειλικρινής από την αρχή. Το Ράντικαλ δεν ήρθε για να σώσει την αθηναϊκή εστίαση και μεταξύ μας, ευτυχώς. Είναι ένα μέρος που δημιουργήθηκε επειδή ο chef και συνιδιοκτήτης Χρήστος Τσακίρης ήθελε επιτέλους να φτιάξει το μαγαζί στο οποίο ο ίδιος θα προτιμούσε να περνά τα βράδια του.  Ένα μπιστρό για φίλους, με κρασί, rockμουσική και φαγητό με γαστρονομική σκέψη αλλά μην έχοντας την ανάγκη να αποδείξει πόσο «σημαντικό» είναι.


«Δεν ήθελα να κάνω ένα μαγαζί που η τυροκαυτερή έχει 25 ευρώ», μου λέει πριν φορέσει την ποδιά του και μπει στην κουζίνα. Και νομίζω αυτή η πρόταση εξηγεί σχεδόν όλη τη φιλοσοφία του χώρου.

Ο Χρήστος θέλει να μαγειρεύει καλά χωρίς να ανεβάζει γαστρονομικά συνεχώς τον πήχη που θα τον οδηγήσει σε σημείο εξάντλησης, ακόμα και αν αυτό φαίνεται στην κουζίνα. Όπως μου είπε, θέλει χρόνο για τον εαυτό του, θέλει στα τραπέζια ανθρώπους που να μπορούν να έρχονται συχνά χωρίς να αντιμετωπίζουν το δείπνο σαν το οικονομικό γεγονός του μήνα και απ’ ότι κατάλαβα θέλει ένα μαγαζί που να μπορεί να γίνει γαστρονομικό στέκι, όχι όμως σκηνοθετικό καταφύγιο φιλο-γαστρονομικών ιντελεκτουέλ θαμώνων.

Και αυτό φαίνεται παντού. Στα τραπεζάκια που έχουν βγει πλέον στον πεζόδρομο της Αγίας Ζώνης στην καρδιά της Κυψέλης και γεμίζουν όσο περνά η ώρα,  στις παρέες όλων των ηλικιών που ανοίγουν φιάλες κρασιού, στα ζευγαράκια με τα σκυλάκια τους και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι όλοι έρχονται να περάσουν καλά και όχι για να τσεκάρουν ένα νέο γαστρονομικό spot της πόλης. 

Βέβαια, φαίνεται και από τη μουσική που ακούγεται στο μαγαζί μιας και το Ράντικαλ έχει επενδύσει σοβαρά στο ηχοσύστημα και στην ακουστική του χώρου. Μου έκανε εντύπωση ότι επιτέλους κάποιος νοιάστηκε για το πώς πραγματικά ακούγονται οι Alicein Chains, οι Nirvana, οι Pearl Jam, οι Strokes, οι Danzing και οι Metallica μέσα σε ένα χώρο γαστρονομίας. Ο ίδιος ο Χρήστος παίρνει αρκετές φορές τον ρόλο του Dj ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που καλεί φίλους του μάγειρες για collaborative βραδιές.

Ας πάμε όμως και στο φαγητό

Το μενού είναι μικρό μιας και μετρά μόλις 11 πιάτα μαζί με τα δύο επιδόρπια. Η λίστα κρασιών εξίσου μικρή και ευέλικτη περιέχει ελληνικές ετικέτες που δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται εκεί γιατί κάποιος θέλει να τις πιει και όχι γιατί επιβάλλεται να υπάρχουν σ’ ένα σύγχρονο bistro της Αθήνας.

Στο τραπέζι μετά το καψαλισμένο προζυμένιο ψωμάκι έφτασε για αρχή μια σαλάτα με Baby Gem, κολοκύθι, κατσικίσιο τυρί, βινεγκρέτ λεμονιού, φινόκιο, κάσιους, φρέσκο κρεμμύδι και λάδι δυόσμου. Δροσερή, ζωντανή, αρωματική με ισορροπημένες αντιθέσεις και χωρίς κάποιο στοιχείο να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή. Το κατσικίσιο τυρί έδενε ιδανικά με τη φρεσκάδα του δυόσμου. 

Στη συνέχεια, η “καπνιστή μελιτζάνα” με κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης, mousse φέτας, λάδι σκόρδου, τζίντζερ και τηγανητή κινόα ήταν εξαιρετική ιδέα αλλά είχε λιγότερο επιτυχημένη ισορροπία. Η mousse φέτας ήταν ακριβώς όσο ανάλαφρη και σωστή έπρεπε, όμως οι οξύτητες του πιάτου έδειχναν ανεβασμένες, με αποτέλεσμα σε αρκετές μπουκιές να χάνεται δυστυχώς η βαθιά, καπνιστή γεύση της μελιτζάνας.


Το “Πράσινο Κάρυ” ήταν ίσως το πιο ολοκληρωμένο πιάτο της βραδιάς. Κρέμα καρύδας, φιδές, χαλούμι, κολοκύθι, λιαστή ντομάτα, πίκλα κρεμμυδιού, λάδι κόλιανδρου, νεροκάρδαμο και crumble παξιμαδιού συνθέτουν ένα πιάτο γεμάτο αρώματα και συσσωρευμένη γεύση. Ο φιδές λειτουργεί έξυπνα στη θέση των noodles, δίνοντας μια οικειότητα που κάνει το πιάτο ακόμη πιο ενδιαφέρον. Η ισορροπία ανάμεσα στη λιπαρότητα της καρύδας, τη φρεσκάδα των μυρωδικών και την οξύτητα της πίκλας ήταν υποδειγματική. Και απ΄ ότι θυμάμαι ήταν περισσότερες από τρεις οι φορές που σήκωσα το μπολάκι μου για να ρουφήξω το πεντανόστιμο ζουμάκι.


Το μοσχάρι με σιγομαγειρεμένο κριθαράκι, σάλτσα σαγανάκι, κατίκι Δομοκού και λαχανικά κινήθηκε σε πιο comfort περιοχή. Το κριθαράκι κρατούσε σωστά και η σάλτσα είχε ακριβώς την ένταση που χρειαζόταν χωρίς να βαραίνει το πιάτο. Δεν με ενόχλησε καθόλου που το κρέας ήταν μαδημένο μέσα στο πιάτο αλλά το κατίκι, αν και δεν επηρέαζε, έμοιαζε περισσότερο με συμπληρωματικό στοιχείο παρά με ουσιαστική προσθήκη της τελικής σύνθεσης.

Λιγότερο δεμένο έδειξε το κατσικάκι με χόρτα, αυγολέμονο και λάδι μαϊντανού. Οι βάσεις του πιάτου ήταν σωστές, όμως η μικρή ποσότητα από τσιγαριστά χόρτα χανόταν κάτω από το μεγάλο κομμάτι κρέατος και μέσα στην ένταση του αυγολέμονου, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται η ισορροπία και η σύνδεση που αναζητά εκ φύσεως ένα τέτοιο πιάτο.

Στα επιδόρπια, τα “κουρκουμπίνια” με κρέμα ανθότυρου, καραμελωμένο καρύδι, μοσχολέμονο και λάδι βασιλικού ήταν ο ξεκάθαρος νικητής. Ένα γλυκό που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα σιροπιαστό και δροσερό, με την κρέμα ανθότυρου να λειτουργεί ιδανικά δίπλα στο κουρκουμπίνι. Η μελλοντική καλοκαιρινή μετατροπή της σε σορμπέ μου έμοιασε σχεδόν αυτονόητη και απ’ ότι έμαθα είναι στο πρόγραμμα.

Η “Σοκολάτα” με fudge bitter σοκολάτας, ρούμι, crumble φουντουκιού και mousse λευκής σοκολάτας απέφυγε την παγίδα της υπερβολικής βαρύτητας. Η mousse κρατούσε αέρα και ελαφρότητα, ενώ το fudgeήταν από εκείνα τα στοιχεία που εύκολα θα ήθελες να φας ξανά ακόμα και μόνο του.

Σίγουρα το Ράντικαλ δεν είναι το νέο καλύτερο εστιατόριο της Αθήνας και μεταξύ μας τον Χρήστο δεν μοιάζει να τον ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Είναι ένα μπιστρό που ο πελάτης καλείται να προσαρμοστεί στο project του και όχι το Ράντικαλ στα θέλω του πελάτη. Ένα μπιστρό που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν το φαγητό, τη μουσική και τις παρέες τους χωρίς να “καίγονται” να το μετατρέψουν σε γαστρονομικό δρώμενο αναφοράς.

Και όλο αυτό μέσα στη σημερινή Αθήνα, μοιάζει σχεδόν ριζοσπαστικό.

Info: Αγίας Ζώνης 31, Αθήνα, τηλ: 210 8672125, τιμή €30-35

Φωτογραφίες: Σάββας Στανής