Παρέες, ζευγάρια, άνθρωποι που έδειχναν να μεταφέρουν την ενέργεια της σκηνής απέναντι, γελώντας και μιλώντας με πάθος, κατέλαβαν σχεδόν κάθε τραπέζι του χώρου. Μέσα σε λίγα λεπτά η ήσυχη αυλή μετατράπηκε σε ένα μωσαϊκό από συζητήσεις, cocktails και πιάτα ενώ εγώ στη θέση μου απολάμβανα ήδη μια εξαιρετική και ιδιαίτερη Paloma με παντζάρι που είχε φτάσει στο τραπέζι, εισπράττοντας με ευχαρίστηση την ενέργεια του χώρου.
Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει αποκτήσει χώρους που δημιουργούν τη δική τους ταυτότητα πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της αντιγραφής και τις μαζικής αναπαραγωγής χιλιοειπωμένων concept. Και το Okupa είναι ένας από αυτούς.

Το εστιατόριο που στεγάζεται στο ομώνυμο ξενοδοχείο, βρίσκεται στην οδό Σαμουήλ Καλογήρου, σε μια γειτονιά που διατηρεί τον παλιό της χαρακτήρα παρά την τουριστική ανάπτυξη του Ψυρρή, με μια μεγάλη αυλή που λειτουργεί σαν χώρος συνάντησης ανθρώπων που ενώ έρχονται για διαφορετικούς λόγους μοιράζονται την ίδια εμπειρία. Κάποιοι για τα cocktails, άλλοι για το φαγητό, κάποιοι για τη μουσική και κάποιοι άλλοι που βγαίνουν από το απέναντι θέατρο και δεν θέλουν να επιστρέψουν ακόμα στο σπίτι.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στον όρο που συνοδεύει το όνομα του χώρου. Kitchen & Listening Bar. Ένας όρος που έχει αποκτήσει πλέον μυθικές διαστάσεις σε διάφορα μέρη του κόσμου, με τη μουσική να τοποθετείται στο επίκεντρο της εμπειρίας ως ισότιμο πρωταγωνιστή και με το Okupa να ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή τη σχολή σκέψης. Το εσωτερικό του χώρου με τα βινύλια, το booth του DJ και τη συνολική αισθητική δείχνει σε όλους περίτρανα ότι η μουσική είναι μπολιασμένη στο DNA του.

Την ημέρα της επίσκεψής μου, η Elen Curtis μια performer με ηλεκτρονικές και πειραματικές αναφορές ανέλαβε το ζωντανό μουσικό μέρος της βραδιάς. Η παρουσία της λειτούργησε ευχάριστα μέσα στο συνολικό concept, αν και θα προτιμούσα την εμφάνιση της στην αυλή, εκεί όπου βρισκόταν οι περισσότεροι επισκέπτες. Ίσως να υπάρχουν τεχνικοί περιορισμοί που δεν γνωρίζω, όμως αντικειμενικά εκεί χτυπούσε η καρδιά του Okupa.
Η ομάδα του service γνώριζε άριστα τόσο το μενού όσο και τη λίστα των ποτών, μπορούσε να εξηγήσει κάθε πιάτο και κάθε cocktail με λεπτομέρεια και σε γενικές γραμμές διατήρησε έναν επαγγελματισμό που δεν αυτοπαγιδεύθηκε μέσα στην αυστηρότητα.
Η κουζίνα ακολουθεί τη λογική του μοιράσματος και αντλεί έμπνευση από τη λεβαντίνικη παράδοση και τις κουζίνες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Και εδώ για μένα ξεκινά η συζήτηση γύρω από το Okupa. Γιατί ενώ ο χώρος, η μουσική, τα cocktails και το service μοιάζουν απολύτως σίγουρα για το τι θέλουν να είναι, η κουζίνα δείχνει να βρίσκεται ακόμη σε μια διαδικασία αναζήτησης.
Το φαγκρί crudo με χυμό ντομάτας και ras el hanout δεν κατάφερε να με πείσει. Η οξύτητα ενώ υπήρχε δεν έδειχνε να συνεργάζεται ουσιαστικά με το ψάρι. Αντίθετα, ο ταραμάς με πατατάκια, ζατάρ και λάδι μαϊντανού ήταν σε πολύ καλό επίπεδο. Δεν κρύβω ότι αρνιόμουν επανειλημμένα να μου πάρουν το πιάτο θέλοντας να φάω μέχρι και το τελευταίο ίχνος, βουτώντας το νόστιμο ιρανικό ψωμάκι barbari.
Η σαλάτα με κολοκύθι, κέιλ και labneh (λιβανέζικο κρεμώδες τυρί που παρασκευάζεται από στραγγιστό γιαούρτι) ήταν νοστιμότατη. Ο δυόσμος έδινε το απαραίτητο boost που θέλει το κολοκύθι, με το σύνολο να είναι δροσερό και άκρως απολαυστικό. Λιγότερο ενδιαφέρουσες ήταν οι κροκέτες γαρίδας και η muhammara με κόκκινες πιπεριές, καρύδι και μελάσα ροδιού που νομίζω αναζητούσε να γίνει πιο spicy για να αποκτήσει τον απαραίτητο χαρακτήρα της.

Από την άλλη, η τραγανή πανσέτα χοιρινού ήταν απολαυστική. Η κρούστα της υποδειγματική, το εσωτερικό λίπος όπως ακριβώς πρέπει με τη σαλάτα μυρωδικών μαζί με τις πίκλες να λειτουργούν ιδανικά ως αντίβαρο. Η παρουσία της chermoula (το τσιμιτσούρι της νοτιοανατολικής Μεσογείου), παρότι κατανοητή μέσα στο concept της κουζίνας, έμοιαζε να μην προσθέτει κάτι ουσιαστικό για να μη πω ότι ίσως και να αφαιρούσε.
Παρόμοια αίσθηση μου άφησε και το τηγανητό κοτόπουλο. Ζουμερό και νόστιμο εσωτερικά, αλλά με μια κρούστα βαρύτερη από όσο θα ήθελα και με ένα toum (σάλτσα σκόρδου) που έκανε το πιάτο ακόμη πιο «πληθωρικό» χωρίς να το κάνει καλύτερο. Και για να είμαι ειλικρινής εκεί νομίζω βρίσκεται η βασική μου ένσταση στην κουζίνα του Okupa. Σε αρκετές περιπτώσεις είχα την αίσθηση ότι λεβαντίνικες αναφορές προσπαθούν να έχουν παρουσία ακόμα και όταν το πιάτο δεν τις χρειάζεται, με το τελικό αποτέλεσμα να χάνει την ισορροπία του. Όταν όμως αυτές οι επιρροές ενσωματώνονται φυσικά, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακά ανώτερο.

Στα επιδόρπια, το cremeux σοκολάτας ήταν ευχάριστο, όμως η λευκή σοκολάτα με γιαούρτι, φράουλες, sumac, μαρέγκα και lime έκλεψε εύκολα την παράσταση. Αν και δεν είμαι οπαδός των «λευκών» γλυκών αυτό ήταν ανάλαφρο, δροσερό και γεμάτο ζωντάνια.
Αν έπρεπε να περιγράψω το Okupa με μία μόνο πρόταση, θα έλεγα ότι πρόκειται για έναν χώρο που πετυχαίνει σχεδόν τα πάντα με μοναδική ένσταση ότι η κουζίνα αισθάνεται ότι πρέπει να υπενθυμίζει συνεχώς τις επιρροές της, ίσως και να τις επιβάλει. Παρ’ όλα αυτά, η μοναδική αίσθηση που σου προκαλεί, ότι συμμετέχεις σε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή εμπειρία φαγητού στο κέντρο της Αθήνας είναι άκρως δελεαστική. Και νομίζω πως, στο τέλος, αυτό είναι το χαρακτηριστικό ενός πραγματικού kitchen & listening bar.
Info: Σαμουήλ Καλογήρου 3, Αθήνα τηλ. 211 012 9999, €40-50 το άτομο
*Φωτογραφίες: Σάββας Στανής