Το Lost πρωτοσυστήθηκε στο αθηναϊκό κοινό στα τέλη του 2019 σε έναν από τους πιο ζωηρούς δρόμους του Παγκρατίου, την Αρχελάου. Πέρυσι, γιόρτασε τα έξι χρόνια λειτουργίας του και άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του, με εμφανείς αλλαγές στην εμφάνισή του, ανανεωμένο μενού και καινούργιο σχήμα ιδιοκτητών, στο οποίο συμμετέχουν οι Αλέξανδρος Καραλίβανος και Σταμάτης Γκαρώνης.
Στο χώρο δεσπόζουν ακόμη οι επιβλητικές, ανοιγόμενες floor-to-ceiling τζαμαρίες που αφήνουν τα φώτα και τη δράση της πόλης να εισχωρήσουν στη σάλα με τα λίγα, πλέον, χαλιά, στρωμένα πάνω σε δάπεδο με τσιμεντοκονία, τις κολώνες από ακατέργαστα υλικά, και το ζεστό, ψηλοτάβανο πατάρι με τη βιβλιοθήκη. Η ανοιχτή κουζίνα παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι του σκηνικού και στέκεται απέναντι από το μπαρ που ακόμη ενσωματώνει το πόστο του DJ αλλά έχει επεκταθεί, δίνοντας ξεκάθαρο στίγμα για τη σημασία των ποτών σε αυτή τη νέα σελίδα του βίου του Lost. Καινούργια είναι και τα τραπεζοκαθίσματα, όπου κυριαρχεί το ξύλο, αλλά και οι πίνακες που στολίζουν τους τοίχους. Η ανανέωση δεν έχει, όμως, ολοκληρωθεί. Ανάμεσα στα όσα πρόκειται να έρθουν βρίσκεται και το κελάρι, που είναι ήδη στα σκαριά.
Το εστιατόριο κάθε άλλο παρά «χαμένο» είναι στο Παγκράτι αλλά ο εσωτερικός του διάκοσμος, με τα πολλά, συχνά αντιφατικά, στοιχεία μπορεί να κάνει αυτούς που περνούν για πρώτη φορά το κατώφλι του να «χαθούν» για λίγο. Όλως παραδόξως, όμως, όλα όσα στοιβάζονται το ένα δίπλα στο άλλο, τόσο στη loft style σάλα όσο και στο πατάρι, έρχονται και δένουν αρμονικά μεταξύ τους, δημιουργώντας μια οικεία και χαλαρή ατμόσφαιρα με ευχάριστη, γεμάτη ζωντάνια αλλά και θαλπωρή, ενέργεια. Αξίζει, δε, να σημειωθεί πως η ομάδα εξυπηρέτησης είναι σημαντικό και ιδιαίτερα πολύτιμο μέρος της όλης σκηνογραφίας.

Κύμα αλλαγής πνέει και στις γεύσεις του εστιατορίου, τις οποίες σχεδιάζει και εκτελεί με την ομάδα του ο Σπύρος Κασελούρης. Στο εστιατορικό του ντεμπούτο ως επικεφαλής κουζίνας, ο σεφ έχει δημιουργήσει ένα μικρό μα περιεκτικό comfort μενού σύγχρονης ελληνικής κουζίνας, με επιρροές από τη Μεσόγειο και την Ασία, που ακολουθεί την εποχικότητα. Τα πιάτα χαρακτηρίζονται από ταιριαστούς συνδυασμούς πρώτων υλών και όμορφες γευστικές ισορροπίες. Η νοστιμιά δίνει το παρόν ενώ το γευστικό βάθος είναι θεμιτό να ενισχυθεί .
Στην πρόσφατη επίσκεψή μου δοκίμασα τη λαδένια χαρούπι που φτιάχνουν οι ίδιοι. Πατάει περίτρανα στο πάσο της κουζίνας, τραβώντας τα βλέμματα, και καταφθάνει στο τραπέζι σε μπαμπάτσικες φέτες, συνοδευόμενη από βούτυρο με τριμμένο αυγοτάραχο στην κορυφή του που χαρίζει umamiγεύση. Αν και το χαρούπι δεν ακούγονταν όσο θα ήθελα ήταν γευστικότατη. Νόστιμο είναι και το χειροποίητο προζυμένιο πιτάκι – τραγανό εξωτερικά και αφράτο εσωτερικά. Παντρεύονταν άψογα με ένα βελούδινο ταραμά που αποκτούσε τσαχπινιά από την προσθήκη τρίμματος καπνιστής ντομάτας. Ευχάριστη έκπληξη – τόσο γιατί δεν είμαι φαν της πάπιας όσο και για τα πολλά υλικά που περιείχε – ήταν το πιάτο ημέρας, μια σαλάτα με πάπια, ponzu, φρέσκα λαχανικά, πίκλα από cherry, τηγανιτά noodles και μαγιονέζα kimchi στη βάση, όπου σικάτα πικάντικες και γλυκόξινες γεύσεις έκαναν ένα απολαυστικό παιχνίδι. Στα gyoza γαρίδα το ζυμαρικό ήταν πιο χοντρό από ότι θα έπρεπε, κάνοντας πιο τσιχλωτή τη γεύση, αλλά η σάλτσα από σπανάκι και μυρωδικά που τα αγκάλιαζε ήταν καλοδεμένη και πρόσφερε δροσερά γήινα αρώματα στο σύνολο. Το φιλέτο τσιπούρας στα κάρβουνα παρουσιάστηκε αριστοτεχνικά ψημένο και πεντανόστιμο, όπως ήταν, επίσης, τα φασολάκια και ο αρακάς που συμμετείχαν στο πιάτο, ενώ η beurre blanc που τα συνόδευε ήταν μεν γευστική αλλά πιο υδαρής από ότι θα προτιμούσα. Έτσι εμφανίστηκε και η pepper sauce, από την οποία έλλειπαν οι χαρακτηριστικές εντάσεις και η κρεμώδης υφή, στο καλοψημένο κολάρο βιολογικού χοιρινού και στο sando Black Angus burger απουσίαζε η επιθυμητή πληθωρικότητα και η βαθιά «dirty» νοστιμιά που είναι το σήμα κατατεθέν του. Στον αντίποδα, τα paccheri με σιγομαγειρεμένο μοσχαρίσιο ραγού και βελούδινη κρέμα γραβιέρας ήταν καλομαγειρεμένα και φινετσάτα μεστά. Στα επιδόρπια ξεχώρισα την ανάλαφρη μους λεμονιού και λευκής σοκολάτας με περγαμόντο.
Η λίστα των κοκτέιλς φέρει την υπογραφή του Γιάννη Νάτση, bar manager του Lost. Στη δημιουργία των κοκτέιλς χρησιμοποιεί εκλεκτά αποστάγματα και ιδιαίτερα μπαχαρικά ενώ με τους συνδυασμούς των υλικών στοχεύει στο να προσφέρει στους επισκέπτες του bar αλλά και σε όσους αποφασίζουν να γευματίσουν στο εστιατόριο ένα «μικρό “lost moment” που αξίζει να ζήσουν». Ο κατάλογος των κρασιών μετρά 50 περίπου ετικέτες από τον ελληνικό και το διεθνή αμπελώνα. Σε αυτές, θα προστεθούν νέες, μερικές εκ των οποίων σπάνιες, όταν ολοκληρωθεί το κελάρι. Το φαγητό λαμβάνει χώρα υπό τους ήχους της πόλης και μουσικής την οποία επιμελούνται DJs. Από τα ηχεία ακούγονται γνωστά pop και dance τραγούδια, χωρίς να λείπει και η συμμετοχή του ρεπερτορίου της χώρας μας αργά τα βράδια του Σαββατοκύριακου.
Info: Αρχελάου 7, Παγκράτι, Tηλ.: 210 7230 832
*Φωτογραφίες: Άννα Τασιούλα