Στο Pessac, λίγα λεπτά από την πόλη του Bordeaux, ένας δρόμος περνά ανάμεσα σε δύο κτήματα και μοιάζει περισσότερο με ραφή παρά με σύνορο. Από τη μία το Château Haut-Brion. Από την άλλη το Château La Mission Haut-Brion. Δύο μεγάλα ονόματα, δύο «μύθοι» που μεγάλωσαν σχεδόν μαζί, δύο εκφράσεις του ίδιου σπουδαίου τόπου. Το Haut-Brion κουβαλά μια από τις αρχαιότερες και πιο φωτεινές αφηγήσεις ολόκληρου του Bordeaux. Η περιοχή συνδέεται με αμπελουργική ζωή ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, ενώ στις αρχές του 16ου αιώνα το όνομα Aubrion ή Haulbrion εμφανίζεται ήδη σε χειρόγραφα ως cru, σαν μια πρώτη σφραγίδα ταυτότητας πάνω σε αυτή τη γη. Εκεί βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη συγκίνηση του Haut-Brion: η αίσθηση ότι αυτό το κτήμα γεννήθηκε μαζί με την ίδια την ιδέα του μεγάλου Bordeaux, σε μια εποχή όπου τα περισσότερα σημερινά σύμβολα του κρασιού βρίσκονταν ακόμη πραγματικά στα πρώτα τους βήματα.
Το 1533 ο Jean de Pontac αποκτά τα δικαιώματα του Haut-Brion και λίγα χρόνια αργότερα, το 1549, ξεκινά η ανέγερση του κτήματος. Σε αυτή την περίοδο μπαίνουν τα θεμέλια ενός μεγάλου ονόματος με τρόπο σχεδόν υποδειγματικό: με διορατικότητα, αίσθηση τόπου και βαθιά πίστη στη δυναμική του αμπελώνα. Η οικογένεια Pontac είδε από νωρίς εκείνο που αργότερα θα καταλάβαινε ολόκληρος ο κόσμος. Ότι δηλαδή αυτή η γη είχε τη σπάνια ικανότητα να γεννά κρασιά με ευγένεια, φοβερή ακρίβεια και μια αριστοκρατική δύναμη που άφηνε αμέσως το αποτύπωμά της. Στον 17ο αιώνα το Haut-Brion ξεφεύγει από τα όρια ενός μεγάλου τοπικού κτήματος και αρχίζει να αποκτά διεθνή ακτινοβολία. Το 1660 σερβίρεται στο τραπέζι του βασιλιά Καρόλου του Β’, το 1663 ο Samuel Pepys γράφει στο ημερολόγιό του για ένα κρασί με ξεχωριστό χαρακτήρα, ενώ η οικογένεια Pontac δημιουργεί στο Λονδίνο το Pontack’s Head, έναν χώρο που χαρίζει στο Haut-Brion μια σπάνια λάμψη μέσα στην βρετανική πρωτεύουσα. Εκεί το όνομα αρχίζει να αποκτά μια άλλη διάσταση, μια και γίνεται συνώνυμο του κοσμοπολιτισμού.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Thomas Jefferson επισκέπτεται το Bordeaux το 1787, αναγνωρίζει στο Haut-Brion ένα από τα κορυφαία ερυθρά της περιοχής. Έπειτα έρχεται το 1855 και μαζί του η μεγάλη ταξινόμηση, όπου το Haut-Brion παίρνει τη θέση που ήδη είχε κερδίσει στη συνείδηση των ανθρώπων του κρασιού: Premier Grand Cru Classé. Είναι μια μεγάλη στιγμή που απλώς επισημοποιεί κάτι που είχε ήδη ωριμάσει επί μακρόν. Το Haut-Brion είχε γίνει ένα από τα κτήματα που έδωσαν μορφή στην ίδια την έννοια του grand vin.
Το 1935 ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο, όταν ο Clarence Dillon αποκτά το Haut-Brion και από εκεί και έπειτα ξεκινά για το κτήμα Από μια χρυσή εποχή, που φέρνει το ιστορικό βάθος του Haut-Brion σε ανοιχτό διάλογο με τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου. Σήμερα, ο Prince Robert of Luxembourg, δισέγγονος του Clarence Dillon και Chairman & CEO του Domaine Clarence Dillon από το 2008, εκφράζει ακριβώς αυτή τη συνέχεια φέρνοντας στο προσκήνιο ένα Haut-Brion που ακτινοβολεί μέσα από το κρασί του και τη γαστρονομική και τη βαθιά πολιτισμική του ταυτότητα.

Και απέναντι, πάνω σχεδόν στην ίδια λωρίδα γης, βρίσκεται το La Mission Haut-Brion (φωτό επάνω), ένα κτήμα που κουβαλά τη δική του βαριά και πολύ ιδιαίτερη ιστορία. Οι ρίζες της φτάνουν στο 1540, όταν ο Arnaud de Lestonnac αγοράζει την έκταση που ήταν γνωστή ως Arregedhuys. Την ίδια χρονιά παντρεύεται τη Marie de Pontac, αδελφή του Jean de Pontac, και κάπως έτσι οι διαδρομές των δύο κτημάτων αρχίζουν να ενώνονται από πολύ νωρίς με μια κοινή μοίρα. Το 1682 η κληρονομιά της Olive de Lestonnac περνά στους Lazarists, τους Priests of the Mission, και από εκεί έρχεται και το όνομα του κτήματος. Το 1698 χτίζεται η Chapelle de Notre-Dame d’Aubrion, που μέχρι σήμερα δίνει στο κτήμα μια σχεδόν σωματική αύρα. Αυτό είναι ίσως και το στοιχείο που κάνει τη La Mission τόσο ξεχωριστό μέσα στο Bordeaux. Κουβαλά κύρος, βέβαια, και έχει ένα μεγάλο όνομα κι ας παρερμηνεύεται κάποιες φορές αδίκως σε σχέση με το αδερφάκι του, όμως μαζί με αυτά φέρει και μια πιο εσωτερική πυκνότητα. Η φήμη του απλώνεται στα μεγάλα τραπέζια της Γαλλίας, το κρασί αποκτά όλο και μεγαλύτερο εκτόπισμα, και μέσα στον 19ο αιώνα η θέση του ανάμεσα στα πολύ σπουδαία ονόματα της περιοχής έχει πια παγιωθεί.
Το 1919 αρχίζει για τη La Mission μια νέα εποχή με τον Frédéric Otto Woltner, έναν άνθρωπο που έφερε μαζί του ένα σύγχρονο και καθαρό βλέμμα στο κτήμα. Το 1926 εγκαθίστανται οι εμαγιέ χαλύβδινες δεξαμενές με vitrified εσωτερική επένδυση, μια κίνηση εξαιρετικά προχωρημένη για την εποχή, και το 1927 ξεκινά η παραγωγή του λευκού κρασιού. Το 1983 η οικογένεια Dillon αποκτά και τη La Mission Haut-Brion, φέρνοντας ξανά κάτω από την ίδια στέγη δύο κτήματα που η ιστορία είχε ενώσει ήδη από τον 16ο αιώνα.
Από εκεί και πέρα, οι δύο διαδρομές συναντιούνται με έναν τρόπο που μοιάζει σχεδόν μοιραίος, ενώ παρά τη διαφορετικότητά τους υπάρχει μια συγκινητική συνάφεια που είναι αδύνατο να μην την αισθανθεί κάποιος. Το ίδιο χώμα, ο ίδιος δρόμος, αιώνες ιστορίας αντικριστά. Και τα δύο, μαζί, δείχνουν τι μπορεί να συμβεί όταν ένας μεγάλος τόπος περάσει από χέρια που θα τον σεβαστούν και θα αφιερώσουν σε αυτόν ολόκληρες ζωές, ή για να το πω καλύτερα ολόκληρες γενιές. Ίσως γι’ αυτό, σε αυτή τη μικρή γωνιά, το Bordeaux μοιάζει πιο γοητευτικό από οπουδήποτε αλλού: γιατί εδώ το μεγαλείο έχει δύο πρόσωπα, και τα δύο είναι αξέχαστα.