Τα κουμπιά στις μανσέτες του σακακιού. Οι λειτουργικές-χειρουργικές μανσέτες ήsurgeon`s cuffs επιτρέπουν στα μανίκια των σακακιών να ανοίγουν και να κλείνουν ώστε να διευκολύνουν με πρακτικό τρόπο τον χρήστη. Στην πραγματικότητα χαρίζουν την απαιτούμενη ελευθερία στην περίπτωση που χρειαστεί κάποιος να ξεκουμπώσει το μανίκι για να το σηκώσει αν παραστεί αυτή η ανάγκη, κάτι που προέρχεται από τις ιατρικές στρατιωτικές στολές σε περιπτώσεις γρήγορων επεμβάσεων του 18ου αιώνα. Στις μέρες μας θεωρούνται σήμα κατατεθέν των ακριβών χειροποίητων κοστουμιών καθώς απαιτούν εξειδικευμένη γνώση για την κατασκευή τους. Στις περιπτώσεις μάλιστα των σύγχρονων custom made κοστουμιών, το τελευταίο κουμπί της μανσέτας αφήνεται πάντα ξεκούμπωτο για αναδείξει την χειροποίητη ραπτική διαδικασία.

Η μικρή τσέπη (the ticket pocket). Δύσκολα τη συναντάμε στην εποχή μας, καθώς αυτή η συμπληρωματική τσέπη στο σακάκι δεν χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την αποθήκευση των εισιτηρίων όπως υποδηλώνει το όνομα της. Αντίθετα, η χρήση της αφορούσε στη γρήγορη εύρεση κερμάτων για τους ιππείς στα διόδια, χωρίς να χρειαστεί να ξεκουμπώσουν εξολοκλήρου τα πανωφόρια τους, σχεδόν τρεις αιώνες πριν. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, στο εσωτερικό τους βρήκαν επιτέλους ιδανική θέση τα εισιτήρια για τις μετακινήσεις των ανδρών με το τραίνο. Στις μέρες μας, η εμφάνιση της σε ένα σακάκι λειτουργεί ως δήλωση στυλ και γνώσης περί μόδας για εκείνον που έχει ζητήσει από τον ράφτη του να την προσθέσει.
Η κουμπότρυπα στο πέτο. Γνωστή και ως μπουτονιέρα(boutonnière), έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα όταν οι άνδρες κούμπωναν τις ρεντιγκότες με πέτα μέχρι πολύ ψηλά καθώς στο δεξί μέρος υπήρχε ένα κουμπί, ώστε να προφυλάσσονται από το κρύο. Με την πάροδο των χρόνων και τις αλλαγές στη μόδα, το κουμπί δεξιά εξαφανίστηκε αλλά η κουμπότρυπα στο αριστερό πέτο παρέμεινε και χρησιμοποιείται στα σακάκια για τη στερέωση διακοσμητικών διακριτικών στοιχείων. Στην κουμπότρυπα μπορεί να στερεωθεί και ένα μικρό φρέσκο λουλούδι που όπως λέγεται (χωρίς όμως να είναι σίγουρο), το ξεκίνησε ο Πρίγκηπας Αλβέρτος την ημέρα του γάμου του με τη Βασίλισσα Βικτωρία το 1840. Οι Μιλανέζοι μάλιστα της έχουν δώσει το όνομα Milanese buttonhole, καθώς την έχουν εξελίξει σε μια εξαιρετικά λεπτομερή χειροποίητη διαδικασία που αποτελεί σήμα κατατεθέν της bespoke ιταλικής ανδρικής ραπτικής, χρησιμοποιώντας παράλληλα ένα ειδικό ανθεκτικό νήμα.

Το ρεβέρ. Το γύρισμα του υφάσματος προς τα έξω στο τελείωμα των παντελονιών εξυπηρετεί αισθητικούς και λειτουργικούς σκοπούς. Αρχικά χαρίζει στυλ και μια πιο formal και preppy εμφάνιση στο σύνολο του κοστουμιού. Παράλληλα όμως χαρίζει επιπλέον βάρος στο ύφασμα ώστε το μπατζάκι να «πέφτει» με πιο σωστό τρόπο. Υπάρχουν πολλές και αντικρουόμενες απόψεις για τα ρεβέρ, καθώς κάποιοι τα θεωρούν υποδειγματικά κομψά σε μια πιο κλασσική ανδρική ένδυση και εκείνοι που δεν τα συμπαθούν καθόλου, μια και μαζεύουν στην πτυχή τους σκόνες. Τα ρεβέρ (turn-ups) έχουν τις ρίζες τους στον 19ο αιώνα, που όπως λέγεται, ο Εδουάρδος Ζ` (τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας), δίπλωνε το κάτω μέρος του παντελονιού για να μην λερώνεται από τη λάσπη της αγγλικής υπαίθρου. Ενώ στη συνέχεια, ζήτησε από τους ράφτες του, να ενσωματώσουν μόνιμα το δίπλωμα στο σχέδιο τους.
Το κουμπί που αφήνουμε ανοιχτό στα σακάκια. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή έχει να κάνει και πάλι με τον Εδουάρδο, γνωστό για την αγάπη του στο φαγητό που το άφηνε ξεκούμπωτο για να αισθάνεται πιο χαλαρός. Οι αυλικοί και οι αριστοκράτες προκειμένου να μην τον φέρουν σε δύσκολη θέση ακολούθησαν με αποτέλεσμα η συνήθεια αυτή να εξελιχθεί δια μέσου των χρόνων, σε μια ενδυματολογική επιλογή που τελικά λειτουργεί ως έκφραση φινέτσας. Υπάρχουν βέβαια και άλλες θεωρίες, όπως για παράδειγμα εκείνη που αφορά στα παλαιότερα σακάκια ιππασίας με τα τρία κουμπιά, που υποχρεωτικά ο αναβάτης όφειλε να αφήνει το τελευταίο ξεκούμπωτο ώστε το ύφασμα να πέφτει σωστά εκατέρωθεν της σέλας. Στις μέρες μας αυτή η πρακτική είναι απαράβατος κανόνας, καθώς τα σακάκια είναι σχεδιασμένα και κομμένα με τέτοιο τρόπο που αν κουμπωθεί το κάτω κουμπί (the bottom button) αλλοιώνεται η γραμμή του ρούχου καθώς το ύφασμα είναι πιθανό να «τραβάει» σε εκείνο το σημείο.

Το γιλέκο. Το αμάνικο ένδυμα που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κοστουμιού, έχει ρίζες στην Περσία και την Ινδία και έφτανε σε μήκος μέχρι τα γόνατα. Το έφερε στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα ο Βασιλιάς Κάρολος Β της Αγγλίας και εξελίχθηκε ως ένα κομψό ανδρικό ένδυμα, δείγμα πλούτου και αριστοκρατικής καταγωγής αλλά και ως ιδανικό εσωτερικό ρούχο για προστασία από το κρύο. Το γιλέκο (waistcoat), ειδικά τον 18ο αιώνα, καθώς έφερε επιρροές από την ενδυματολογική αισθητική των Περσών και των Ινδών, ήταν συχνά διακοσμημένο με περίτεχνα κεντήματα, κάτι που συναντάμε και στις μέρες μας από κάποιους οίκους μόδας, όχι όμως από εκείνους που πρεσβεύουν την κλασσική ανδρική σύγχρονη ένδυση.